ακονιστός

ἀκονιστός, -ή, -ὸν (Μ) [ἀκονίζω]
ο ακονισμένος, τροχισμένος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ακόνιστος — η, ο 1. αυτός που δεν έχει ακονιστεί, ο ατρόχιστος 2. εκείνος που δεν μπορεί να ακονιστεί 3. μτφ. αυτός που δεν έχει ασκηθεί, ο απαίδευτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ακονιστός < ακονίζω το αρκτικό α πήρε στερητική σημασία από τον αναβιβασμό τού τόνου] …   Dictionary of Greek

  • ακόνιστος — η, ο 1. ατρόχιστος: Το μαχαίρι είναι ακόνιστο και δεν κόβει. 2. ανάσκητος, απαίδευτος: Άφησε το μυαλό του ακόνιστο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ακονίζω — και ακονώ άω (Α ἀκονῶ) 1. κάνω με το ακόνι κοφτερή την κόψη μεταλλικού οργάνου, τροχίζω «ακονίζω το μαχαίρι» «ἀκονῶ λόγχην» (Ξεν. Κύρ. Παιδ. 6, 2, 33) «ἀκονᾱσθαι μαχαίρας» (Ξεν. Ελλ. 7, 5, 20) 2. οξύνω, ασκώ κάποιον ή κάτι σε κάτι «ακονισμένο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.